χειραφεσία

χειραφεσία
η, ΝΜΑ [χειράφετος]
χειραφέτηση
νεοελλ.
(νομ.) ειδική νομική πράξη με την οποία οι ανήλικοι αποκτούν διεύρυνση τών νόμιμων ορίων τής δικαιοπρακτικής ικανότητάς τους.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • ηλικία — (Νομ.). Σε αστική, σε διοικητική και σε ποινική ύλη, το δίκαιο αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην η. ως προς τη γενικότερη δικαιοπρακτική ικανότητα, την ευθύνη ή τις ειδικότερες συνέπειες των πράξεων ή ενεργειών του προσώπου. Σύμφωνα με τον ελληνικό …   Dictionary of Greek

  • χειραφέτηση — η, Ν 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού χειραφετώ 2. απελευθέρωση από την εξουσία κάποιου (α. «η χειραφέτηση τής γυναίκας στην εποχή μας» β. «η χειραφέτηση τών λαών τού τρίτου κόσμου») 3. τερματισμός τής πατρικής εξουσίας ή κηδεμονίας στον… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”